31/8/09

Αγάπη!



Η Αγάπη είναι ίσως το μόνο αναμνηστικό που μπορούμε να πάρουμε ή και να αφήσουμε όταν φύγουμε οριστικά...

27/8/09

Φως


Παιδεία


"Και πρώτα απ' όλα τι εννοούμε λέγοντας παιδεία; Την πληροφορία, την τεχνική, το δίπλωμα εξειδίκευσης που εξασφαλίζει γάμο, αυτοκίνητο κι ακίνητο, με πληρωμή την πλήρη υποταγή του εξασφαλισθέντος ή την πνευματική και ψυχική διάπλαση ενός ελεύθερου ανθρώπου, με τεχνική αναθεώρησης κι ονειρικής δομής, με αγωνία απελευθέρωσης και με διαθέσεις μιας ιπτάμενης φυγής προς τ'άστρα;"
Αύτο το διαχρονικό ερώτημα άραγε θα πάρει ποτε απάντηση; Τουλάχιστον η δική μου γενιά δεν πήρε παιδεία που να μας γεμίζει με διάθεση για φυγή προς τα άστρα παρά διάθεση για ανταγωνίσμο και πλουτίσμο! Ποιος φταίει άραγε για αύτο; Εμείς που αποστρέφαμε αδιάφορα το βλέμμα απο τον καθηγήτη που μας μιλούσε για ρομαντικά πράγματα όπως ποίηση και λογοτεχνία, να κυνηγάμε τα όνειρα μας, μα δεν ξέραμε τι άλλο να κάνουμε, έτσι μάθαμε. Ύστερα που μπαίνουμε στο Πανεπιστήμιο, βγαίνουν διάφοροι σοφοί της ΤV άνθρωποι και λένε οτι τα παιδία διάλεξαν σχολές που έχουν άμεση αποκατάσταση και όχι σχολές που τους εκφράζουν, μα δεν ξέραμε τι άλλο να κάνουμε, έτσι μάθαμε! Φταίνε ίσως οι γονείς μας που ονειρεύονται μια καλύτερη ζώη για τα παιδία τους, μια ζώη που οι ίδιοι στερήθηκαν; Ποιος φταίει;

Πρωί

Ο κρύος διάδρομος έδινε την αίσθηση της έναρξης του χειμώνα, ενός χειμώνα διαφορετικού από τους άλλους. Ψηλάφισα τον τοίχο και βρήκα τον διακόπτη. Το φως άναψε και φώτισε την γύμνια του δωματίου. Κατευθύνθηκα προς τον καθρέφτη. Πλησιάζοντάς τον, είδα μέσα του μια μορφή, όμοια με τη δική μου, να κλαίει. Τη ρώτησα «Γιατί κλαις;». Δεν μου απάντησε, απλά έμεινε ακίνητη και με κοίταζε κατάματα. Την είδα να βάφεται χαρούμενη. Την είδα να φοράει καλή διάθεση και να βάζει πολλές σταγόνες αισιοδοξίας, μέχρι που δεν έμοιαζε πια μ’ εκείνο το μαζεμένο και επιφυλακτικό πλάσμα που πρωτοείδα. Όμως όσο την κοιτούσα καταλάβαινα πως στα μάτια της ακόμα υπήρχε το κενό στην ψυχή της που την βασάνιζε. Όσο και να προσπαθούσε να κρυφτεί, όποια μάσκα κι αν δοκίμαζε τίποτα δεν μπορούσε να της δώσει αυτή τη σπίθα που χάθηκε άξαφνα μια μέρα δίχως κάποια εξήγηση. Τότε ξαφνικά μου γύρισε την πλάτη και άρχισε να τρέχει. Την ακολούθησα. Έπειτα από αρκετή ώρα σταμάτησε στην παραλία κι έμεινε ακίνητη κοιτάζοντας τα κύματα. Μόλις κατάλαβε ότι ήμουν δίπλα της μου μίλησε. Ήταν η πρώτη φορά που έβγαινε από τη σιωπή της. Είπε «Μου αρέσει η θάλασσα… Ποτέ δεν μένει σταθερή, ποτέ δεν είναι ίδια… Να! Το βλέπεις αυτό το σκούρο χρώμα που έχει σήμερα; Ποτέ δεν θα είναι το ίδιο… Κι ας φαίνεται ίδιο αύριο, ποτέ δεν είναι…». Κοιτούσε χαμηλά, όμως ήξερα ότι έκλαιγε. Η φαινομενική της μελαγχολία ξαφνικά μετατράπηκε σε βαθιά θλίψη. Δεν ήθελα να την κουράσω με τα λόγια της παρηγοριάς μου, γι’ αυτό την χτύπησα απαλά στον ώμο και μείναμε σιωπηλές. Μόλις ηρέμησε φύγαμε παρέα. Στο δρόμο την είδα να χαιρετάει τους γνωστούς μου, να μιλάει με τους φίλους μου, να αστειεύεται μαζί τους και να χαμογελάει. Όμως τώρα ξέρω… Ποτέ δεν θα είναι ολοκληρωτικά γεμάτη…

26/8/09

Ο Garfield ταξιδεύει...


Ποίημα για το φεγγάρι και το ποντίκι

Είναι τα όνειρα μου ταραγμένα
Όνειρα με σένανε και μένα
Ψευδαίσθηση να ‘ναι ή μια πλάνη
Ο έρωτας αυτός που μου φωτίζει το σκοτάδι

Ανάβει φωτιά μες την καρδιά μου
Κύματα πάθους στην ψυχή μου
Που η θάλασσα αδυνατεί να τα ξεπλύνει
Κι η θέληση παίζει παιχνίδια και δεν αφήνει

Σ’ αυτή την τρέλα που ‘χω μπει
Ένα φεγγάρι μ’ οδηγεί
Στον κόσμο του ονείρου, ζω στο φως
Κάτω απ’ το βλέμμα του το τρυφερό

Στον κόσμο μου τον λειψό
Μου δίνει νόημα για να ζω
Κι όταν πια αυτό που θα μου δίνει θα ‘ναι ανεπαρκές
Όνειρο και χρώμα της καρδιάς μου θα το κάνουν διαρκές

Έτσι που η αγάπη θα ‘ναι πάντα ουσιαστική
Και θα με βγάζει απ’ της ρουτίνας μου τη φυλακή
Όταν απ’ το παράθυρο δεν θα μπαίνει τίποτα παρά το φεγγαρόφως
Αγκαλιά ζεστή μες το σκοτάδι

Κι αν κάποτε έρθει κάποιος και μου πει
Πως όνειρο ήταν, παιχνίδι του μυαλού
Εγώ θα του απαντήσω μονομιάς
Πως η πίστη στην καρδιά ομορφαίνει τη ζωή

Κι αν κάποτε στο δρόμο ξεχαστώ
Και σύννεφα μου κρύβουνε τον ουρανό
Κάπου θα βρω μια χαραμάδα
Στο φεγγάρι μου να πετάξω

Μα ένα ποντίκι είμαι μικρό
Που πέφτει στης νύχτας τις παγίδες
Σέρνομαι, τρέχω, αδιαφορώ
Για του καιρού τις καταιγίδες

Κι ίσως κάποτε ν’ αλλάξω
Αυτή τη μάσκα που φορώ
Κι από ποντικάκι, ένα αστεράκι να ντυθώ
Που λάμπει μες τη νύχτα απ’ το φως του φεγγαριού

Κι ίσως κάποτε πιαστούμε χέρι χέρι
Φεγγάρι αυτός κι εγώ μικρό αστέρι
Να ζήσουμε μαζί του ήλιου τη νεφέλη
Κάτω από έναν ήλιο μακρινό και το γλυκό αγέρι

Κι αν όντως είναι τρέλα ή όνειρο όλο αυτό
Δεν μπορεί να είναι όλα ψεύτικα
Διαλέγω το παραλήρημα του φωτός
Και το φεγγάρι που ονειρεύτηκα

Όποιος φοβάται να το νιώσει
Μισή ζωή μονάχα ζει
Τουλάχιστον στο τέλος δεν θα μετανιώσει
Για τη ζωή που άφησε να φύγει

Είναι η ψυχή μια πολιτεία
Χωράει τρελούς και ποιητές
Μα σαν σκοτάδι τη σκεπάσει
Βγαίνουν περίεργες σκιές

Κι όμως στα βάθη της πάντα υπάρχει
Ένα φεγγάρι μεγάλο ή μικρό
Για να την προστατεύει με αγάπη
Από τον ίδιο της τον εαυτό

Το φεγγάρι μου διαλέγω
Ως σύντροφο και οδηγό
Κι ας είναι τόσο μακριά μου
Είναι πάντα εκεί και το κοιτώ

Αυτά μου ερμήνευσαν και πάλι
Του έρωτα οι προσταγές
Οι πιο κρυφοί μου πόθοι
Κι αλήθειες μου παντοτινές

25/8/09

Ζεστή Σοκολάτα!



Όχι ακριβώς το ρόφημα του καλοκαιρίου αλλα μιας και άρχισαν δειλά δειλά να κάνουν την εμφάνιση τους τα πρώτα κρύα!

Oktapodi

Μία πολύ γλυκιά ιστορία με άρωμα... Ελλάδας!

24/8/09

Σοβιετικά καρτούν





Τρία πανέμορφα καρτούν που έχουν να μας διδάξουν πολλά!

Ζητάτε να σας πω!


Ζητάτε να σας πω τον πρώτο μου σκοπό
Τα περασμένα μου γινάτια
Ζητάτε είδα μάτια, με σκίζετε κομμάτια

Σε μια παλιά πληγή που ακόμα αιμορραγεί
Μη μου γυρνάτε το μαχαίρι
Αφού ο καθένας ξέρει τι πόνο θα μου φέρει

Είναι πολύ σκληρό να σου ζητάν να τραγουδήσεις
Ένα παλιό σκοπό που προσπαθείς να λησμονήσεις
Στο γλέντι σας αυτό δεν θα 'τανε σωστό
Αντίς γι' άλλο πιοτό να πιω εγώ φαρμάκι
Μ' ένα τέτοιο τραγουδάκι

Γελάτε ειρωνικά και λέτε μυστικά
Ίσως με κάποια καταφρόνια
Μια και πέρασαν χρόνια εσύ τι κλαις αιώνια

Γιατί βαρυγκωμείς δεν είδαμε κι εμείς
Μιαν ομορφιά μέσα στη ζήση
Δεν πήραμ' απ' τη φύση καρδιά για ν' αγαπήσει

Αμ δεν ειν' οι καρδιές στον κόσμο το ίδιο καμωμένες
Ούτε κι οι ομορφιές στον κόσμο δίκαια μοιρασμένες
Κι εδώ στη συντροφιά σε κάθε μου ρουφιά
Ξεχνώ μιαν ομορφιά που γιόμιζε μεράκι
Το παλιό μου τραγουδάκι

Ζητάτε να σας πω

Ο Αττίκ (Κλέων Τριανταφύλλου) είχε γράψει ένα τραγούδι για τη δεύτερη γυναίκα του, τη Μαρίκα Φιλιππίδου, που είχε τίτλο "Είδα Μάτια" κι έγινε μεγάλη επιτυχία. Κάποιο βράδυ, μετά τον χωρισμό τους, έρχεται η Μαρίκα με τον δεύτερο άντρα της στη μάντρα που έπαιζε ο Αττίκ και κάθονται στις πρώτες θέσεις. Ο κόσμος που αντιλήφθηκε ποιοι ήρθαν στην Μάντρα, αφού ξεπέρασε την αρχική του αμηχανία και θέλοντας να πειράξει τον Αττίκ, άρχισε να ζητάνε από τον Αττίκ να παίξει το "Είδα Μάτια". Ο Αττίκ αφού σηκώθηκε από το πιάνο του, αποσύρθηκε στα καμαρίνια για 10 λεπτά και επέστρεψε, αφού είχε ήδη συνθέσει ένα καινούριο κομμάτι με τίτλο "Ζητάτε να σας πω".

Ζητάτε να σας πω,


τον πρώτο μου σκοπό,


τα περασμένα μου γινάτια,


ζητάτε Είδα Μάτια,


με σχίζετε κομμάτια.



Σε μια παλιά πληγή,


που ακόμα αιμορραγεί,


μη μου γυρνάτε το μαχαίρι,


αφού ο καθένας ξέρει,


τι πόνο θα μου φέρει.

Δον Κιχώτης


Απλά ο πιο αγαπημένος μου ήρωας! Με συντροφεύει απο 6 χρονων που τον πρωτοδιάβασα, αρνιόμουν πεισματικά ότι στο τέλος πεθαίνει και ήθελα να του στείλω και γράμμα να δω αν είναι καλά! Θα έλεγα ότι περισσότερο λυπήθηκα όταν έμαθα ότι δεν υπάρχει αυτός παρά για τον Άγιο Βασίλη! Πιστεύω ότι αν υπήρχαν άνθρωποι σαν τον Δον Κιχώτη ο κόσμος σίγουρα θα ήταν καλύτερος! Πιστεύω ότι δεν χρειάζεται να φορέσουμε πανοπλία και να καβαλικέψουμε ένα άλογο! Αρκεί να οπλιστούμε με αγάπη, συμπόνια και καλοσύνη!

Αφηρημένο


Λαχτάρα

Είναι μια νύχτα παγερή
Μες στου χιονιά την τρέλα
Είναι γεμάτη προσμονή
Για του φιλιού τη γεύση
Που έμεινε σα βάλσαμο
Στις μοναξιάς τις ώρες
Ω, γλυκές μου ώρες!
Μακριά μου κι εσείς, όπως κι εκείνος
Με βήμα γοργό, με βήμα αργό
Στου χειμώνα ετούτου τα πάθη
Να ‘ρθω να σας βρω

Είναι μια μέρα φωτεινή
Στης άνοιξης το μένος
Που δυο πουλιά της ζούνε χωριστά
Κι υποφέρουν απ’ του έρωτα το βέλος
Βουλιάζοντας βαθιά στις αναμνήσεις
Ω, ποθητές μου αναμνήσεις!
Φέρτε μου αυτόν που αγαπώ
Που να γυρίζει; Σε ποια αγκαλιά;
Στείλτε αέρα και νερό μες στην καρδιά του
Φέρτε μου τον αν με θυμάται κι αν με αγαπά

22/8/09

Περπατώντας

Photobucket

Καθρέφτισμα


Σκέψεις που μοιράστηκα με ένα παιδί που καθόταν σε ενα παγκάκι στην πιο απόμερη μερία του προαυλίου!


Έχουν περάσει αρκετοί μήνες απο τότε αλλα ακόμα θυμάμαι αυτο το το αγοράκι που καθόταν σε ένα παγκάκι στην πιο απόμερη μερία του προαύλιου. Στο ίδιο παγκάκι που καθόμουν κι εγώ πριν από 10 χρόνια περίπου. Ακριβώς ίδια σκηνή με διαφορετικούς ηθοποιούς, το αγοράκι μόνο και όλα τα υπόλοιπα παιδία να παίζουν ποδόσφαιρο, μπάσκετ, βόλει, δηλαδή ότι κάνουν όλα τα παιδία της ηλικία τους στο διάλειμμα. Γίατι αύτο το παιδάκι καθόταν μόνο; Το ίδιο εξορίστηκε σε αυτό το παγκάκι ή το εξόρισαν τα άλλα παιδία; Γιατί αποφεύγει το βλέμμα του να συναντήσει το βλέμμα των άλλων παιδιών; Τι να σκεφτόταν άραγε με αυτό το ανέκφραστο πρόσωπο; Όλα αύτα τα ερωτήματα με έκαναν να σταθώ για λίγο να το παρατηρήσω. 'Ισως -σκέφτηκα- ότι είναι εκεί για τον ίδιο ακριβώς λόγο που καθόμουν κι εγώ σε εκείνο το απόμερο παγκάκι, λόγος που σήμερα μου φαίνεται αφελής αλλά τότε ήταν σαν ένα τοίχος που υψωνόταν και με χώριζε απο τα υπόλοιπα παιδία. Ίσως να σκεφτόταν τα ίδια πράγματα με εμένα! Τον Δον κιχώτη με την πανοπλία του και με τις τρέλες του, τον μικρό πρίγκιπα και το μικρό του αστέρι, την χώρα με τους παράξενους αλλα γοητευτικούς ανθρώπους που είχε δει σε ενα ντοκιμαντέρ! Όλα αύτα αναμειγμένα στο μυαλό ενός 9χρονού δημιουργούν έναν κόσμο στον οποίο μπορεί να ξεφύγει αύτες τις στιγμές μοναξίας σε αύτο το απόμερο παγκάκι. Όλες αυτές οι σκέψεις με κατέκλυζαν μέχρι που χτύπησε το κουδούνι και σαν να ξύπνησα απο ύπνο είδα το αγόρι να σηκώνεται και να παίρνει το δρόμο για την τάξη του, μετά πήρα κι εγώ τον δρόμο μου. λπίζω αύτο το αγοράκι να μπορέσει να ξεπεράσει τους φόβους του και να μπορέσει να κατακτήσει και τον πραγματικό κόσμο, όνο αύτο το αγοράκι αλλά όλα τα παιδία που κάθονται στο απόμερο παγκάκι του προαυλίου!

21/8/09

Ένα δέντρο σ' έναν κάμπο

Γεια σας! Επιτρέψτε μου να σας συστηθώ... Είμαι ένα δέντρο σ' έναν κάμπο. Και συστήνομαι ως δέντρο γιατί δεν είμαι σίγουρος για το όνομα που μου έχετε δώσει εσείς οι άνθρωποι. Αν μου έχετε δώσει βέβαια, γιατί βιαστικοί καθώς είστε με προσπερνάτε, χωρίς να με παρατηρήσετε. Ασφαλώς κάποιοι ταξιδιώτες μου ρίχνουν κάποιο βλέμμα κι αυτό γιατί είμαι το μοναδικό αντικείμενο που σπάει τη μουντάδα του κάμπου. Βλέπετε τριγύρω μου είναι χωράφια σπαρμένα με άλλα φυτά, που τα λέτε σιτάρι, βαμβάκι και άλλα που δεν τα θυμάμαι. Αυτά τα ονόματα τα γνωρίζω γιατί μια φορά είχα ακούσει δυο γεωργούς, που περνούσαν τυχαία από μπροστά μου, να μιλάνε για τις καλλιέργειές τους.
Δεν ξέρω πως βρέθηκε ο βολβός μου στην μέση αυτού του κάμπου, από κάποιο χέρι, από τον άνεμο ή από κάτι που δεν μου έχει περάσει από τις ρίζες. Γνωρίζω όμως πως φύτρωσα αρχές μιας άνοιξης πολλά χρόνια πριν. Θυμάμαι πως το έδαφος ήταν υγρό, επειδή πότιζαν τα γύρω χωράφια. Ο ήλιος ήταν ζεστός και γλυκός, αλλά όχι έντονος ώστε να υπάρχει κίνδυνος να με ξεράνει και γι' αυτό το ευχαριστιόμουν. Ο αέρας ήταν χαλαρός και έκανε την πρώτη φυλλωσιά μου να χορεύει. Στην αρχή κινδύνεψα από τους ανθρώπους. Ήθελαν να με κόψουν γιατί τους ενοχλούσα, αλλά τελικά σώθηκα γιατί σκέφτηκαν πως θα ήμουν χρήσιμος για την οριοθέτηση των “περιουσιών” τους. Χαχαχα! Περιουσιών; Μα καλά πώς είναι δυνατόν να θεωρείς ένα κομμάτι γης δικό σου, όταν εσύ θα φύγεις, ενώ αυτό θα υπάρχει και θα συνεχίζει να υπάρχει μέχρι το τέλος;
Οι ηλιόλουστες μέρες διακόπτονταν που και που από σύντομες μπόρες που με βοηθούσαν να αναπτυχθώ, καθώς ρουφούσα το νερό και απορροφούσα τις ακτίνες του ήλιου που ξεπρόβαλε αμέσως πίσω από τα σύννεφα.
Όσο περνούσε ο καιρός ο κορμός μου δυνάμωνε, οι μέρες γίνονταν όλο και πιο ζεστές κι εγώ γινόμουν όλα και πιο... κοινωνικός! Μην απορείτε για το πώς μπορεί ένα δέντρο σαν εμένα να είναι κοινωνικό. Σκεφτείτε μόνο πόσα πουλιά με επισκέπτονταν και συνεχίζουν ακόμα να με επισκέπτονται καθημερινά. Κάθε πρωί με ξυπνούσαν οι κορυδαλλοί με το τραγούδι τους, ενώ κάθε βράδυ τα αηδόνια μου κρατούσαν συντροφιά και με νανούριζαν. Επιπλέον διάφορα αγριολούλουδα φύτρωναν στις ρίζες μου και ομόρφαιναν το τοπίο. Αυτά δεν κινδύνευαν από σας, γιατί δεν είναι τόσο εντυπωσιακά ή εκλεπτυσμένα για το ανθρώπινο γούστο. Αν τύχαινε και φύτρωνε κάποιο ωραίο για τα ανθρώπινα μέτρα το έκοβαν οι αγρότες. Πολύ στενοχωριόμουν τότε που έχανα τους φίλους μου κι ακόμα και τώρα νιώθω ένα τσίμπημα στη φυλλωσιά μου όταν συμβαίνει αυτό, όμως έτσι είστε εσείς οι άνθρωποι. Ό,τι δεν μιλάει ή δεν περπατάει το θεωρείτε άψυχο αντικείμενο.
Σιγά-σιγά μπήκε και το καλοκαίρι... Τα στάχυα ξεράθηκαν και οι αγρότες άρχισαν να τα θερίζουν. Στην αρχή με τρόμαζε η γύμνια του εδάφους, αλλά γρήγορα τη συνήθισα. Η αποπνικτική ζέστη αυτής της εποχής με έκανε να ανησυχώ μήπως ξεραθώ, αλλά είχα αποθέματα γλυκόζης για να τραφώ και δεν ήμουν πια και τόσο μεγάλος για να μην μου φτάσουν!
Έτσι πέρασε κι ο καιρός και μπήκε το φθινόπωρο... Αν παρατηρήσει κανείς την εξέλιξη της φύσης σε όλες τις εποχές, όπως εγώ, τότε είναι σίγουρο πως θα καταλάβει πως αυτή από την ακμή της την άνοιξη αρχίζει σιγά-σιγά να παρακμάζει το καλοκαίρι, να βουλιάζει στον βούρκο το φθινόπωρο και να πεθαίνει τον χειμώνα μέχρι να ξαναγεννηθεί με την άνοιξη. Εγώ σαν μέρος της δεν θα μπορούσα να είμαι εξαίρεση, εφόσον μάλιστα ανήκω και στα φυλλοβόλα δέντρα. Τα φύλλα μου άρχισαν λίγο-λίγο άλλα να κιτρινίζουν και άλλα να παίρνουν ένα πορτοκαλί χρώμα και τελικά να πέφτουν στο έδαφος. Όπως καταλαβαίνετε είχα πανικοβληθεί! Ήταν το πρώτο μου φθινόπωρο και μέσα στην άγνοιά μου νόμιζα πως αυτό ήταν το τέλος μου. Βροχή έπεφτε μπόλικη κι όμως δεν είχα όρεξη για να την ρουφήξω. Ο αέρας λυσσομανούσε και τα κλαδιά μου έγερναν επικίνδυνα, ανίκανα να αντισταθούν στη μανία του. Ο φλοιός μου άρχισε να ξεραίνεται, αλλά, προς μεγάλη μου έκπληξη, όχι και το εσωτερικό του κορμού μου. Προσπαθούσα να φέρω στις ρίζες μου τις όμορφες ημέρες της άνοιξης, τότε που απολάμβανα τον ήλιο και είχα αρκετή παρέα για να περνάω την ώρα μου. Δεν ήξερα όμως τότε, δεν μπορούσα καν να φανταστώ τι θα επακολουθούσε.
Οι βροχές σταμάτησαν κι εκεί που είχα αναθαρρήσει και σκεφτόμουν πως θα έβγαζα καινούργια φύλλα άρχισε να χιονίζει. Η γύμνια μου μου κακοφαινόταν κι έτσι όπως αναπαυόταν πάνω μου το χιόνι με έκανε να δυσανασχετώ. Τότε άρχισα να καταλαβαίνω γιατί είχε ξεραθεί ο φλοιός μου και δεν είχα διάθεση για νερό το φθινόπωρο και ευχαριστούσα το ένστικτο μου που σταμάτησε τη θέληση μου γι' αυτό. Με την παγωνιά που έφερε ο χειμώνας και με τόσο χιόνι πάνω μου θα πάγωναν οι χυμοί μου, πράγμα μοιραίο για μένα. Έτσι έκανα υπομονή έχοντας όμως να αντέξω τον αέρα που θα έκανε τον οποιονδήποτε να νιώσει τον φόβο στον φλοιό του. Εκείνη την εποχή ένιωθα κι απίστευτη μοναξιά και πλήξη. Η κάθε μέρα με έβρισκε μόνο μου και τίποτα, ούτε καν οι γεωργοί περπατούσαν τριγύρω μου.
Ευτυχώς, πριν φτάσω στο σημείο να πω πως δεν αντέχω άλλο, άρχισε να φτιάχνει ο καιρός. Όπως είχα φανταστεί πολλές φορές τις κρύες μέρες και νύχτες του χειμώνα, τα χιόνια έλιωσαν, ο φλοιός μου άρχισε ξανά να αναβλύζει από χυμούς και γλυκόζη και έβγαλα καινούργιο φύλλωμα! Αυτή τη φορά όμως με περίμενε και μια έκπληξη... Μαζί με τα φύλλα έβγαλα και άνθη, κάτι μεγάλα μωβ άνθη, που προσέλκυαν τις πεταλούδες και τις μέλισσες κι έτσι εκτός από τους παλιούς μου φίλους έκανα και καινούργιους και μάλιστα πολυταξιδεμένους.
Με αυτό τον τρόπο πέρασαν αρκετά χρόνια. Έβλεπα τους γεωργούς να οργώνουν τα χωράφια τους το φθινόπωρο και να τα σπέρνουν. Έβλεπα τα φυτά να φυτρώνουν και να μεγαλώνουν, ώστε να ξεραθούν και να θεριστούν το καλοκαίρι. Στο τέλος του καλοκαιριού – και είναι η μόνη εποχή που φοβάμαι – έβλεπα να καίνε τις καλαμιές. Θυμάμαι μάλιστα μια φορά που κόντεψα να καώ, επειδή ο γεωργός δεν πρόσεχε τη φωτιά, αλλά ευτυχώς την έσβησε λίγο πριν γίνει το κακό. Κι αυτός ο κύκλος συνεχιζόταν και θα συνεχίζεται όσο υπάρχω και ίσως πιο πολύ ακόμα.
Κάθε εποχή έχει τα δικά της χαρακτηριστικά, όμως η άνοιξη παραμένει η αγαπημένη μου. Ο ήλιος και το αεράκι είναι υπέροχα και έχω μεγάλη παρέα. Πολλοί άνθρωποι, κυρίως οι γεωργοί ή οι γιοι τους, ξεκουράζονται κάτω από την παχιά σκιά του φυλλώματος μου. Μπορώ ακόμα να θυμηθώ πριν μερικά χρόνια ένα αγόρι που ξαπόσταινε στι ρίζα μου και διάβαζε μεγαλόφωνα ποιήματα μεγάλων ανθρώπων ποιητών. Ήταν πολύ όμορφα, αλλά εξακολουθώ να πιστεύω πως η φύση είναι η υπέρτατη καλλιτέχνιδα, η οποία μάλιστα δεν χρειάζεται να ψάξει για λέξεις για να περιγράψει το κάλλος, καθώς η ίδια το περικλείει.
Δεν ξέρω αν θα βγει κάτι λέγοντάς σας αυτά σήμερα, ή αν κάποιος τα ακούσει και τα σκεφτεί, όμως εγώ έκανα αυτό που μου λέει η φυλλωσιά μου και ελπίζω πως σας έδειξα πως είναι η ζωή μου σαν δέντρο. Σας χαιρετώ!

Mοναξία σε άσπρο μαύρο

Photobucket
Photobucket
Photobucket

Κόλαση ή Παράδεισος;


Οδός Ονείρων


Άραγε που να είναι αυτή η οδός των ονείρων για την οποία μας μιλά ο Χατζιδάκις;Σε ποία πολή και σε ποία συνοικία της Αθήνας;Αν ξέρετε πείτε μας να πάμε ολοί μαζί εκεί!

20/8/09

Κορίτσι του Αντίο

Είμαι ένα κορίτσι του αντίο
Κι είμαι σίγουρη πως μ' έχεις συναντήσει
Καθόμουν δίπλα σου εκεί στη στάση
Ή ξαπλωμένη στου τρένου τις γραμμές

Το ξέρεις πως σ' αγάπησα
Πως θα 'κανα τα πάντα
Κι ας ήξερα απ' την αρχή
Το "αντίο" που θα άκουγα

Είμαι ένα κορίτσι του αντίο
Ακόμα και τώρα είμαι εδώ
Κι ας είμαι στη ζωή σου μέσα
Όπως τ' αγέρι μια καλοκαιρινή νυχτιά

Το ξέρω πως μ' αγάπησες
Το ξέρω πως δε φταις εσύ
Κι ακόμα είμαι σίγουρη πως μέσα σου θα υπάρχω
Κι ας αναγκάστηκες κι εσύ "αντίο" να μου πεις


Aγαπημένη ταινία και αγαπημένη μελωδία απο έναν μεγάλο συνθέτη και μουσικό ελάχιστα αναγνωρισμένο. Προσωπικά πιστεύω οτι η ταινία και οι μελωδίες του Tiersen είναι ενα γλυκό requiem για τα όνειρα εκατομμυρίων ανθρώπων που ζητούσαν μια καλύτερη και πιο ανθρώπινη ζωή για αυτούς και για τα παιδία τους σε μια κοινωνία ουτοπική. Όνειρα τα οποία άφησαν την τελεύταια τους πνοή στα χέρια στυγνών γραφειοκρατών. Δεν ξέρω αν θα υπάρξει άλλη τετοία ευκαιρία στην ιστορία να μπορέσει ο άνθρωπος να ξεπεράσει την φύση του. Ως τότε ας αρκεστούμε σε αύτην την γλυκία μελωδία.

Αντιθέσεις


Πληγωμένο μου πουλάκι
Ο ουρανός είναι για σένα
Μα τα φτερά σου είναι κομμένα
και σε κρατούν στη γη

Μικρό μου χρυσόψαρο
Ο ωκεανός σε περιμένει
Κι εσύ αναρωτιέσαι τί απομένει
Τη γυάλα αν σου κλέψουνε

Θλιμμένο φεγγαράκι
Το μόνο που ήθελες ποτέ
Ήταν να την αγγίξεις
Μα μόνο με φως να τη λούσεις μπορείς

Μικρά Πράγματα


Λέξεις χωρίς σκοπό

Σπασμένα φτερά, ζωή κομμένη
Στου χρόνου το στρόβιλο ξανά ξεχασμένη
Όνειρα μαύρα, σβησμένο κερί
Σκοτάδι πυκνό σ' αυτό το κελί

Καρδιά παγωμένη, σπασμένη ξανά
Το φως τρεμοσβήνει, σα να μου μιλά
Οι σκέψεις παλεύουν τη λογική
Αχ, να 'ταν απόψε βραδιά μαγική!

Νεράιδα, έλα, μες τη σιγαλιά
Τραγούδησέ μου ανάλαφρα, γλυκά

Μοναξιά


Το φάντασμα της μοναξιάς
Τρεμοπαίζει στα όνειρά μου
Τρέχει στους δρόμους της καρδιάς
Αναζητώντας τα όριά μου

Έρχεται - φεύγει μονομιάς
Ζητώντας την καρδιά μου
Φέρνει την χώρα της σκιάς
Στα γαλήνια όνειρά μου

Ελευθερία



Μπορώ να απλώσω τα φτερά μου,
αρκεί να βρω καθαρό ουρανό.
Μπορώ να πετάξω πάνω απ' τα σύννεφα,
αρκεί να μου 'ρθει μια καλή μέρα.
Μπορώ να πάω πάνω απ' τ' αστέρια,
αρκεί να κερδίσω την αστερόσκονη.
Μπορώ ν' ακουμπήσω τη σκοτεινή πλευρά του ήλιου,
αρκεί να γνωρίσω πρώτα τη φωτεινή του.
Μπορώ να ταξιδέψω στην άβυσσο,
αρκεί να καταφέρω να δω το σκοτάδι της.
Μπορώ να δαμάσω τα κύματα,
αρκεί να αιχμαλωτίσω τον αφρό τους.
Μπορώ να ζήσω μέσα στο φως,
αρκεί να δεχτώ στην ψυχή μου το σκότος.
Μπορώ να συνεχίσω να ονειρεύομαι
κι αυτό γιατί κανείς δεν μπορεί να μου στερήσει την ελευθερία της σκέψης, το αυτόνομο της βούλησης και το αλάθητο των συναισθημάτων μου.

19/8/09

Ηλιοβασίλεμα

Φαύλος Κύκλος

Σταγόνες βροχής σε δέρμα λευκό
Άξαφνη ψύχρα σε βλέμμα ζεστό
Αέρας πολύς σε θάλασσα μπλε
Πόνος βαθύς σε φόντο γκρι


Μαλλιά λυτά στου φθινοπώρου τη γλύκα
Που όμως το δάκρυ αφήνει μια πίκρα
Ζωή κερδισμένη από του πόνου το αίμα
Με σάρκα τσακισμένη και χέρια δεμένα


Κυλάει η ζωή σα να ήταν όνειρο
Σκοτάδι ή φως ή κάτι απόμακρο
Τελειώνει εκεί που γέρνει το δέντρο
Αγέρωχο ήταν μέχρι το τέλος


Τώρα απομένει μόνο ένας βράχος
Δίπλα στη θάλασσα ή δίπλα στο δάσος
Η ίδια ιστορία με το ίδιο βάθος
Ήτανε, είναι και πάντα θα είναι μοιραίο λάθος


Καρδιά ξεχασμένη, μνήμη χαμένη
Άδειο συναίσθημα σε μια ζωή κλεμμένη
Αυτό είναι που εν τέλει απομένει
Σ' αυτό τον κύκλο που κλείνει

Η Πόλη


Αυτή η πόλη με μελαγχολεί.
Νιώθω τόσο μόνη
ανεβαίνοντας σιωπηλά
τη χρυσή αγχόνη.
Με μάτια δακρυσμένα
και καρδιά παγωμένη
μια λέξη σου γλυκιά
να δω να περιμένει
στου δρόμου τη γωνιά
που περπάτησα μια μέρα
που 'ταν όλα ρόδινα
Κι η άρνηση μια θάλασσα
μακρινή και σκοτεινή,
σαν τους ανθρώπους που γνώρισα
Πουλιά στο πουθενά
δίχως νόημα και σκοπό.
Μια ζωή χαμένη
στου χρόνου τη θηλιά.

Ταξίδι

Η φυγή φαντάζει μοναξιά
Στου ταξιδιού το δάκρυ
Νότες μπλεγμένες στο βοριά
Στα φύλλα που σφυρίζουν
Στην ακροθαλασσιά

Ρόδες κυλάνε μοναχές
Στου πόνου την εθνική
Βαριά καρδιά ακολουθεί
Με στιχάκια που σπαράζουν
Στις σταγόνες της βροχής

Κι είναι η νύχτα παγερή
Κύμα συναισθημάτων ανίκητο
Που τυραννάει την ψυχή
Σαν χιόνι που παγώνει
Στις ακροκορυφές