1/12/10

Πότε άραγε;

Πόσο θα ήθελα να γράψω
για ένα πανέμορφο τοπίο
για μια σπάνια ανταύγεια του ουρανού
για μια εξαίσια μελωδία
για ένα εκλεκτό συναίσθημα

Μα δεν μπορώ
ποτέ δεν μπόρεσα
τα ωραία λόγια
που τόσο λαχταρώ στο χαρτί
να αποτυπώσω
γίνονται θολές σκίες
και τρομακτικές κραύγιες
μέσα στο χάος
των μαυρων σκέψεων μου

Πότε θα μπορέσω;
πότε το χάος θα κοπάσει;
πότε θα ξεδιαλύνει η ομίχλη
που σκεπάζει την ύπαρξη μου;
πότε θα σταματήσουν
οι χτύποι της καρδιάς μου
με μακάβρια μελωδία να φαντάζουν;
πότε θα μπορέσώ να κοιτάξω
τους ανθρώπους στο πρόσωπο
παρά να αγναντεύω την σκιά τους;
Πότε άραγε;

26/11/10

Χωρίς Ρεύμα

Σήμερα το πρωί και πριν ακόμα καλά καλά προλάβω να πιω την πρώτη γουλιά από τον καφέ μου κάτι παράξενο και ανήκουστο για την εποχή μας συνέβη. Το air condition σταμάτησε να λειτουργεί, η τηλεόραση έκλεισε, το ίδιο και το modem. Ναι, ήταν μια διακοπή ρεύματος. Αμέσως μετά από αυτό το γεγονός υπήρξε ο αναμενόμενος εκνευρισμός (μα καλά τί κάνουν και δεν έχουμε ρεύμα;;;;), αλλά αυτός γρήγορα μετατράπηκε σε πανικό... Μα δεν έχω δει τα e-mail μου και δεν μπορώ να δω ή να διαβάσω τις ειδήσεις! Μόνη μου παρηγοριά είναι ότι πρόλαβα να κάνω τον καφέ μου. Φαντάσου νασ είχα καθυστερήσει να σηκωθώ λίγο ακόμα;;;!!! Αυτό για μία εθισμένη στην καφεϊνη θα ήταν ένα πραγματικό πλήγμα. Όσο περνούσε η ώρα και το πρόβλημα συνέχιζε να υπάρχει η ανησυχία μου γινόταν όλο και πιο πραγματική. Κι αν δεν μπορούσε να λυθεί; Δεν θα μπορούσανα κάνω τίποτα!
Αν και πρωί, η μέρα ήταν βροχερή και γι' αυτό αναγκάστηκα να ανάψω κεριά για να βλέπω (το ομολογώ για πρώτη φορά) κι όχι επειδή ήθελα! Εφόσον όμως όλες μου οι επιλογές μου ήταν απαγορευμένες (ακόμα και το τηλέφωνο μιας και είναι ασύρματο) αποφάσισα να ξαπλώσω. Αλλά πού να με πάρει ο ύπνος με τόσες φρικιαστικές σκέψεις να κλωθογυρίζουν στο μυαλό μου; Κι αν από εδώ και πέρα πρέπει να πλένω τα ρούχα στο χέρι;;; Ευτυχώς ξέρω να φωτογραφίζω αναλογικά... Αλλά και πάλι, στους σκοτεινούς θαλάμους πώς θα λειτουργούν οι προντζέκτορες χωρίς ρεύμα; Και όσο το σκεφτόμουν τόσο και χειροτέρευε η κατάσταση... Σιγά σιγά συνειδητοποίησα ότι χωρίς ρέυμα πλεόν δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Οι μπαταρίες από τα laptop και από τα κινητά γρήγορα θα εξαντλούνταν και τότε θα ήμασταν αποκομμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο. Οργιάζουσα φαντασία μεν, αλλά σε μια τέτοια κατάσταση φαντάζει πολύ αληθινή. Εξάρτηση είναι η κατάλληλη λέξη που χαρακτηρίζει τη σχέση μας με το ρεύμα. Και ειδικά για εμάς που μεγαλώσαμε με αυτό και δεν μπορούμε να διανοηθούμε να ζήσουμε έστω και ένα μικρό χρονικά διάστημα χωρίς αυτό. Η έλλειψη του μάλλον νευρωτικούς μας κάνει. Μήπως παρα-είμαστε εξαρτημένοι;

Υ.Γ. Μόλις τελείωσα να γράφω αυτό το κείμενο είπα: "Ξέρεις τι θα 'ταν ωραίο; Να είχα internet να το έστελνα!"
Υ.Γ.2 Ελπίζω η ζωή να γυρίσει στο "φυσιολογικό" της σύντομα, αν και σε λίγες ώρες (μιας και είναι προγραμματισμένη διακοπή) θα μπορώ να ζήσω τα επιτεύγματα του ανθρώπου.

16/10/10

Οι Βρικόλακες στην Παράδοση

"The Vampire", Edvard Munch


Τα Βαμπίρ είναι τριγύρω μας. Και δεν εννοώ ότι υπάρχουν βαμπίρ, αλλά σειρές, ταινίες, βιβλία, ακόμα και παρωδίες. Μια γενικότερη τρέλα βρίσκεται παντού γύρω μας! Όμως ποιοι από εμάς γνωρίζουν πραγματικά από ποιες παραδόσεις προέρχονται αυτοί οι μύθοι; Από την αρχαιότητα και σε σχεδόν όλα τα μέρη του κόσμου εμφανίζονται μύθοι σχετικά με πλάσματα μεταφυσικά, που πίνουν αίμα και είναι κακόβουλα προς τους ζωντανούς ανθρώπους.

Η πρώτη αναφορά σε έναν τέτοιο «δαίμονα» ήταν από τους Πέρσες, με πλάσματα που να προσπαθούν να πιουν το αίμα νεαρών αντρών. Επίσης, στην περιοχή της Μεσοποταμίας, έχουμε την αναφορά σε ένα πλάσμα με το όνομα Lilitu, μία γυναίκα δαίμονα που πέρασε αργότερα και στην εβραϊκή παράδοση. Αυτή επιτιθόταν σε παιδιά και σε γυναίκες και σχετιζόταν με τα λιοντάρια, τις ερήμους, τις καταιγίδες και τις αρρώστιες. Ήταν σεξουαλικά επιθετική προς τους άντρες, αλλά δεν μπορούσαν να συνουσιαστούν φυσιολογικά.

Στην Ινδία δεν είναι μόνο οι δαίμονες που πίνουν ανθρώπινο αίμα, αλλά και οι θεότητες. Πιο συγκεκριμένα, η θεά Κάλι ήταν στενά συνδεδεμένη με σκελετούς και με αίμα. Ένα άλλο πλάσμα της ινδικής παράδοσης που έχει κάποια σχέση με τον βαμπιρισμό είναι το Vetala, το οποίο ήταν κάτι σαν φάντασμα που καταλάμβανε νεκρά σώματα σαν εργαλεία για να κινηθεί και ήταν πολύ εχθρικά προς τους ανθρώπους.


Στην Αρχαία Ελλάδα, αλλά και στην Ρώμη, υπήρχαν αντίστοιχοι δαίμονες. Χαρακτηριστικές είναι η Έμπουσα και η Λάμια για τους Αρχαίους Έλληνες και η Στριξ, τόσο για αυτούς όσο και για τους Ρωμαίους. Η Έμπουσα ήταν ένα φάντασμα που το έστελνε η Εκάτη ως προάγγελο δυστυχιών και τρεφόταν με ανθρώπινες σάρκες. Η Λάμια καταβρόχθιζε και αυτή ανθρώπινες σάρκες, αλλά κυρίως παιδιά. Ο μύθος μας λέει πως ήταν βασίλισσα της Λιβύης και είχε σχέση με τον Δία, με τον οποίον είχαν κάνει πολλά παιδιά, τα οποία όμως τα σκότωσε όλα η Ήρα. Έτσι, η Λάμια από την στενοχώρια της μεταμορφώθηκε σε τέρας που έτρωγε παιδιά. Η Ήρα την καταδίκασε να μην κοιμάται ποτέ, ο Δίας όμως την λυπήθηκε και της έδωσε την δυνατότητα να βγάζει τα μάτια της όποτε ήθελε. Στριξ σημαίνει κουκουβάγια. Την αρχαιότητα αυτό το πτηνό θεωρούνταν κακός οιωνός, που τρεφόταν με ανθρώπινη σάρκα και αίμα.

Παρόμοια πλάσματα εμφανίζονται τόσο στην αρχαιότητα, όσο και αργότερα σε όλες τις ηπείρους. Στην Αφρική έχουμε τους asanbosam, adze και impundulu και στην Μαδαγασκάρη κάνουν λόγο για τον ramanga, που θεωρείται βαμπίρ που πίνει το αίμαι και τρώει τα νύχια από τα θύματά του. Στην Αμερική έχουμε τον Loogaroo, που πρέπει να προέρχεται από μία μίξη αντιλήψεων του γαλλικού και του αφρικανικού βουντού. Αλλά και στις περισσότερες χώρες της Ασίας υπάρχουν θρύλοι με βρικόλακες. Χαρακτηριστικοί είναι οι κινέζικοι μύθοι για τους Jiang Shi, τους κινέζικους βρικόλακες.

Αλλά η σημερινή μας αντίληψη για τους βρικόλακες έχει την βάση της κυρίως στην περιοχή των Βαλκανίων και γενικότερα στην Ανατολική Ευρώπη. Η ίδια η λέξη βαμπίρ δεν είναι σίγουρο από πού προήλθε, αλλά πολλοί υποστηρίζουν ότι έρχεται από την λέξη upir στα σλαβικά. Ο λαός πίστευε πως κάποιος γινόταν βαμπίρ όταν είχε κάνει κάποιου είδους συμφωνίας με τον διάβολο, από τον κακό τρόπο ζωής του, από την ταφή του σε μη αγιασμένα εδάφη ή είχε φάει κρέας προβάτου που το είχε δαγκώσει λύκος ή λυκάνθρωπος. Επίσης πίστευαν ότι και μερικοί λυκάνθρωποι όταν πέθαιναν μπορεί να μετατρέπονταν σε ισχυρούς βρικόλακες. Ειδικά στον Μεσαίωνα, το άνοιγμα τάφων ήταν πολύ συχνό προς αναζήτηση βρικολάκων, ώσπου τον 18ο αιώνα η Μαρία Τερέζα Αυτοκράτειρα της Αυστρίας το απαγόρεψε, μετά από δήλωση του απεσταλμένου της ότι δεν υπάρχουν βαμπίρ.

Όμως ο μύθος και η προκατάληψη ήταν βαθιά ριζωμένα στον λαό και έτσι η παράδοση επιβίωσε. Το πρότυπο του βρικόλακα που εντυπώθηκε στο μυαλό του λαού είναι εκείνο του ρουμανικού Strigoi, το οποίο είναι μια βασανισμένη ψυχή που βγαίνει από τον τάφο, έχει τη δυνατότητα να μεταμορφώνεται σε ζώα, αορατότητα και την ικανότητα να τραβούν τη ζωτικότητα των θυμάτων τους μέσα από τα αίμα τους.

Παρά τις διαφοροποιήσεις ανάλογα με τον τόπο και τον χρόνο που υπήρχε ο καθένας από αυτούς τους μύθους υπάρχει και ένα κοινό σημείο. Κανένας βρικόλακας δεν μπορεί να περάσει το νερό και ιδιαίτερα το θαλασσινό.

Στην Ελλάδα δεν θα μπορούσαμε να μην έχουμε μύθους που να σχετίζονται με αυτά τα υπερφυσικά όντα. Οι λεγόμενοι Βουρβούλακες της Μυκόνου είναι οι χαρακτηριστικότεροι Έλληνες βρικόλακες. Αλλά επίσης υπάρχει και μία ολόκληρη λίστα από νησάκια και μέρη που ο θρύλος θέλει να κατοικούνται από τέτοιους κατοίκους.

Νησάκι Μπαου - Απέναντι από το λιμάνι της Μυκόνου Υφαλος Παναγιά η Νησιώτισσα ή Θεανώ - Βόρεια Εύβοια
Νησίδα Καμένη - Σαντορίνη
Νησί Τάφος - Κεφαλονια
Βραχονησίδα Νεκροθήκες και νησίδα Πλατύ - Ψεριμος
Βρυκολακονησια - Βόρεια Σκύρος
Βραχονησίδα Καλαθάς - Χανιά
Δαιμονονησια - Βόρειες Σποράδες
Βραχονησίδα Γονι - Οινουσες
Νησίδα Βενετικό – Χίος
Ποντικονήσι - Κέρκυρα

Για το Ποντικονήσι η παράδοση αναφέρει πως χρησίμευε παλαιότερα σαν νεκροταφείο και ως τις μέρες μας πιστεύετε ότι όταν δύει ο ήλιος οι βρικόλακες βγαίνουν και περιφέρονται στην επιφάνεια.

Και μια μικρή ιστορία για τον Μυκονιάτη Βουρβούλακα. Τον 18ο αι. μ.Χ. έζησε στη Μύκονο ένας πολύ άγριος πειρατής, ο διάσημος Κασιλυβας. Κάποια μέρα λοιπόν, βρέθηκε σκοτωμένος σε ένα χωράφι και οι κάτοικοι του νησιού πήραν το πτώμα του και το έθαψαν. Μετά την κηδεία του όμως, άρχισε να εμφανίζεται σε διάφορα σημεία του νησιού, να προκαλεί ζημιές και να τρομάζει τον κόσμο. Είχε γίνει Βουρβουλακας, όπως αποκαλούν οι Μυκονιάτες τους Βρικόλακες. Οι Μυκονιάτες άρχισαν να κάνουν λιτανείες και ξορκισμούς και κάποια στιγμή αποφάσισαν να τον ξεθάψουν και να ξεριζώσουν την καρδιά του. Έτσι και έγινε και την καρδιά του την πέταξαν σε μια περιοχή στον Όρνο που ακόμα και σήμερα αποκαλείται Καρδιοκαύτης. Ξανάθαψαν το πτώμα του στο νεκροταφείο, αλλά ο Βουρβούλακας δεν εξοντώθηκε. Αντίθετα αγρίεψε περισσότερο. Έσκιζε τα ρούχα στις μπουγάδες, πετούσε ξερολιθιές στις πόρτες έβαζε φωτιά στα σπίτια και έσπερνε τον πανικό στο νησί. Τελικά οι νησιώτες πήραν την πληροφορία ότι για να πεθάνει ο Βουρβούλακας έπρεπε να τρυπηθεί από Τουρκικό σπαθί και αφού έκαναν την πληροφορία πράξη, ησύχασαν από το μαρτύριο. Στη Μύκονο γίνονται από τότε πολλά αστεία στο όνομα του τρομερού Βουρβούλακα, ενώ δεν είναι λίγοι αυτοί που ισχυρίζονται ότι τον έχουν δει να τριγυρνάει στη Σαπιονερα.

Αυτές ήταν λίγες πληροφορίες σχετικά με τους θρύλους και τις παραδόσεις γύρω από τους βρικόλακες. Σήμερα, μελετώντας το βιβλίο του Μπραμ Στόκερ Dracula,το πιο χαρακτηριστικό δείγμα βαμπίρ, μπορούμε να πούμε πως δεν έχουμε να κάνουμε με μεταφυσικά όντα, αλλά με μια γενετική αρρώστια του αίματος, πολύ σπάνια, που ονομάζεται πορφυρία. Τα συμπτώματά της θυμίζουν αυτά των βρικολάκων αφού, λόγω έλλειψης ερυθρών αιμοσφαιρίων παρατηρείται υπερευαισθησία στο φως. Επίσης, εκείνος που πάσχει από αυτή την ασθένεια υποφέρει από φοβερές παραμορφώσεις, δηλαδή το σύστημα που είναι υπεύθυνο για την κατανομή των τριχών στο σώμα λειτουργεί ανώμαλα και επίσης η μύτη και τα δάχτυλά του ατροφούν και συρρικνώνονται σε σημείο που να μοιάζουν αρπακτικού πουλιού. Η εξέλιξη της ασθένειας φέρνει δυσκαμψία των χειλιών και τον ούλων και ο μορφασμός στον οποίο οδηγείται ο πάσχοντας αναγκαστικά αφήνει να φανούν τελείων τα δόντια του. Έχοντας όλα αυτά κατά νου δεν είναι δύσκολο να συμπεράνει κανείς ότι ο διάσημος Κόμης Δράκουλας και οποιοσδήποτε στο παρελθόν θεωρήθηκε βρικόλακας έπασχε από αυτή την ασθένεια.

31/8/10

Φωτογραφία

Τι να είναι αυτό που κάνει μια φωτογραφία πετυχημένη;

Μία φωτογραφία είναι σαφώς η αποτύπωση ενός δευτερολέπτου, ή για να είμαστε ακόμα πιο ακριβείς η αποτύπωση μερικών δεκάτων του δευτερολέπτου. Και είναι μια γενικά αποδεκτή αλήθεια πως αν το κλικ της μηχανής γινόταν έστω ελάχιστα πιο πριν ή πιο μετά η σειρά των πραγμάτων μέσα στην φωτογραφία θα ήταν τελείως (άλλα ίσως και ελάχιστα) διαφορετική. Οπότε κάθε φωτογραφία είναι οπωσδήποτε μοναδική. Τι όμως είναι αυτό που κάνει την μία φωτογραφία πετυχημένη, ενώ την επόμενη ,τραβηγμένη λίγες στιγμές μετά και ίσως και ελάχιστα διαφορετική, όχι; Βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνάμε και τον παράγοντα τύχη. Μία σκιά, μία ανεπαίσθητη κίνηση, μια διαφορετική έκφραση μπορεί να οδηγήσουν μια εικόνα στην επιτυχία ή το ανάποδο.

Κι ενώ η δημιουργία ή μάλλον καλύτερα ο σχηματισμός της φωτογραφίας είναι μια καθαρά χημική διαδικασία που βασίζεται πάνω σε φυσικά φαινόμενα, από την αρχή (δηλαδή το άνοιγμα του κλείστρου και την αποτύπωση του ειδώλου πάνω στη φωτοευαίσθητη επιφάνεια), ως το τέλος (στα «αποκαλυπτήρια» με την εμφάνιση του φιλμ και την τελική εκτύπωση των φωτογραφιών), σημαντικό ρόλο παίζει και η ματιά του φωτογράφου, ο οποίος καθορίζει τη σκηνή που θα αποτυπωθεί. Ή ακόμα καλύτερα επιλέγει, απορρίπτοντας ή διαλέγοντας όσα στοιχεία θεωρεί αυτός πως θα τον βοηθήσουν στο σκοπό του. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ο άνθρωπος είναι ένα ον με πλούσια φαντασία και αυτή μπορεί να συλλάβει και να γεννήσει πολλές και διαφορετικές ιδέες.

Όμως η τελική φωτογραφία δεν μπορεί πάντα (ή για να ακριβολογούμε σχεδόν ποτέ) να είναι αυτό που φαντάστηκε ο φωτογράφος (εκτός κι αν είναι μια φωτογραφία studio που σκηνοθετήθηκε, αλλά ακόμα κι εκεί δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για το τι μπορεί να τύχει). Μπορούμε, λοιπόν, να θεωρήσουμε ότι η δημιουργία μιας φωτογραφίας είναι μία συνάρτηση πολλών διαφορετικών παραγόντων που την επηρεάζουν άλλοτε έμμεσα και άλλοτε άμεσα. Κι εκεί κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, μα και σε όλα όσα φανερώνονται τελικά στην εμφάνιση του φιλμ, σε αυτά που μπορεί μέχρι εκείνη τη στιγμή να μας κρύβονταν, βρίσκεται η μαγεία της φωτογραφίας, αυτή που πάντα θα μας κάνει να αγωνιούμε μέχρι την επόμενη εμφάνιση.

11/7/10

Σαπφώ-Ατθίδα


Σαν άνεμος μου τίναξε ο έρωτας τη σκέψη,
σαν άνεμος που σε βουνό βελανιδιές λυγάει.
Ήρθες, καλά που έκανες, που τόσο σε ζητούσα,
δρόσισες την ψυχούλα μου, που έκαιγε ο πόθος.
Κι από το γάλα πιο λευκή,
απ’ το νερό πιο δροσερή,
κι από το πέπλο το λεπτό πιο απαλή.
Από το ρόδο πιο αγνή,
απ’ το χρυσάφι πιο ακριβή,
κι από τη λύρα πιο γλυκειά, πιο μουσική.
Πάει καιρός που κάποτε σ’ αγάπησα, Ατθίδα,
μα τότε μου ‘μοιαζες μικρό κι αθώο κοριτσάκι.
Συ που μαγεύεις τους θνητούς, παιδί της Αφροδίτης,
απ’ όλα το καλύτερο εσύ ’σαι το αστέρι.
Κι από το γάλα πιο λευκή…

8/7/10

Νοβάλις-Υμνοι στη Νύχτα


I

Ποιο πλάσμα ζωντανό, προικισμένο με αισθήσεις, δεν αγαπάει περισσότερο απ' όλες τις θαυμάσιες λάμψεις του χώρου που απλώνεται τριγύρω του, εκείνο το πασίχαρο φως -με τα χρώματα, με τις ανταύγειες και τις αχτίδες του˙ την αβρή του παρουσία παντού, καθώς η μέρα που ξυπνάει; Ο κόσμος τέρας των ακατάβλητων αστερισμών, σαν κάτι απ' την εσώτατη ψυχή της ύπαρξης το ανασαίνει κι επιπλέει χορεύοντας μες στον γαλάζιο του κατακλυσμό˙ κι ακόμη: αιώνες σιωπηλή η ακτινοβόλος πέτρα, το τρυφερό φυτό που θρέφεται ρουφώντας ό,τι χυμός στη γη και το παράφορο θηρίο με πλήθος όψεις το ανασαίνει˙ μα πιο πολύ ο εξαίσιος ξένος: με το στοχαστικό το βλέμμα, το ανάερο περπάτημα και τα μελωδικά του χείλη απαλά κλεισμένα. Εκείνο, ως βασιλιάς της επίγειας φύσης, καλεί όλες τις δυνάμεις του σε αναρίθμητες μεταμορφώσεις: συνάπτει και διαλύει ακατάπαυστα συμμαχίες και η ουράνια εικόνα του περιβάλλει κάθε γήινη ουσία. Η παρουσία του και μόνο δείχνει το μέγα θαύμα των βασιλείων του κόσμου.

Κάτω εδώ, εγώ προσφεύγω στη σεπτή, ανείπωτη, μυστήρια νύχτα. Πιο πέρα, ο κόσμος γκρεμισμένος σ' έναν τάφο βαθύ˙ ο τόπος του: άγονος και έρημος. Εγκατη θλίψη φυσάει σ' ένα έγχορδο στήθος. Θα γκρεμιστώ: δροσάτο φως ντυμένο στάχτη. Επιθυμίες νεανικές, όνειρα παιδικά, πρόσκαιρες χαρές ενός μακρότατου βίου και μάταιες ελπίδες έρχονται τις αποστάσεις της μνήμης ντυμένες στα γκρίζα, καθώς η βραδινή ομίχλη μετά τη δύση του ηλίου. Το φως αλλού, σε άλλους τόπους ρίχνει χαρούμενο σκοινιά και τους πασσάλους του. Δεν πρέπει κάποτε να επιστρέψει στα παιδιά του, που προσμένουν με αθώα πίστη να επιστρέψει;

Τι αναβλύζει ξάφνου απ' την καρδιά τόσο εκδικητικό και κατατρώγει τον απαλό άνεμο της θλίψης; Βρίσκεις κι εσύ χαρά εντός μας, έρεβη νύχτα; Τι είναι αυτό που σκέπει ο μανδύας σου και πλήττει αθέατο με λύσσα την ψυχή μου; Βάλσαμο εξαίσιο κυλάει μέσα απ' το χέρι σου μια δέσμη παπαρούνες -κι υψώνεις βαριές τις φτερούγες του πνεύματος. Σκοτεινούς κι ανέκφραστους μάς κυριαρχεί το ρίγος -έντρομος χαρά βλέπω μιαν όψη αυστηρή˙ γαλήνια, ευλαβική γέρνει προς το μέρος μου και μέσα από ατέλειωτες, απόκρημνες μπούκλες προβάλλει στοργική η νεότητα της μητέρας. Πόσο φτωχό και παιδιάστικο μού φαίνεται τώρα το φως! -πόσο χαρμόσυνος και ευλογημένος ο αποχωρισμός της ημέρας. Γι' αυτό μόνο λοιπόν, γιατί η νύχτα σού στερεί τους υπηρέτες σου, σπέρνεις εκτυφλωτικές τις σφαίρες σου στα χάσματα του χώρου, για να διαλαλήσεις την παντοδυναμία σου -την επιστροφή- στις ώρες της απουσίας σου. Και τα αμέτρητα μάτια που ανοίγει η νύχτα εντός μας φαίνονται πιο του ουρανού κι απ' τα περίλαμπρα άστρα˙ καθώς βλέπουν μακρύτερα από τα κάτωχρα εκείνα πλήθη και δεν χρειάζονται το φως για να περάσουν μέσα απ' τα έγκατα ενός στοργικού πνεύματος: ό,τι κατακλύζει με απερίγραπτη λαχτάρα έναν τόπο αγέρωχο. Δόξα στη βασίλισσα της Οικουμένης, στη μεγαλοπρεπή επαγγελία των ιερών κόσμων, στην τροφό της μακάριας αγάπης. Εκείνη σε στέλνει σ' εμένα, τρυφερή Αγαπημένη, ήλιο εξαίσιο της νύχτας˙ τώρα αγρυπνώ˙ καθώς ανήκω και στους δυο μας -εσύ μου έταξες τη νύχτα για να ζήσω κι έπλασες έναν άνθρωπο απ' την ύλη μου -κατασπάραξε, λοιπόν, το σώμα μου με όλη την παραφορά του πνεύματος, ώστε να ενωθώ, ο μέσα άνεμος, μαζί σου˙ και ύστερα τη γαμήλια νύχτα θα διαρκεί το Αιώνιο.







ΙΙ

Μα πρέπει πάντα η αυγή να επιστρέφει; Δεν θα τελειώσει ποτέ αυτή η γήινη δυναστεία; Βέβηλη η μέριμνα για τα καθημερινά κατασπαράζει την ουράνια έλευση της νύχτας. Δεν θα αφεθεί ποτέ η μυστική θυσία της αγάπης στην αιώνια φλόγα; Το φως μετρήθηκε στον Χρόνο του· όμως η νύχτα άχωρη και άχρονη εξουσιάζει. -Κι ο ύπνος διαρκεί το Αιώνιο. Ω ύπνε ιερέ, μην στέργεις τόσο σπάνια τον αφοσιωμένο Υπηρέτη της νύχτας, μέσα σε αυτό το επίγειο έργο των ημερών. Μόνο οι τρελοί σε παρανοούν και δεν γνωρίζουν τίποτε από σένα, παρά τον ίσκιο, που επάνω μας σπλαχνίζεσαι, σε εκείνο το λυκόφως της αληθινής νύχτας: δεν σε αισθάνονται στον χρυσό κατακλυσμό των σταφυλιών -στο λάδι το θαυμάσιο της αμυγδαλιάς και στον σκούρο χυμό της παπαρούνας˙ δεν ξέρουν ότι εσύ ανασαίνεις στα τρυφερά στήθη του κοριτσιού και φτιάχνεις από την αγκαλιά του έναν ουρανό -δεν υποπτεύονται καν ότι εσύ αντιβαίνεις, από ιστορίες παλιές, ο άπλετος ουρανός, και φέρεις το κλειδί για τις οικίες των Μακαρίων, άλαλος Αγγελιαφόρος των πιο μεγάλων μυστικών.







III

Κάποτε, όταν ξέσπαγα σε δάκρυα πικρά, και τέλειωνα στον πόνο κι η ελπίδα μου χανόταν μακριά κι έρημος στεκόμουν στο γυμνό ύψωμα, που φύλαγε το Σχήμα της Ζωής μου απλωμένο στη στενή, τη σκοτεινή του επικράτεια, έρημος όσο κανείς Ερημος υπήρξε, από έναν τρόμο ανείπωτο σπρωγμένος -αδύναμος, ένας αξιολύπητος συλλογισμός και μόνο. Κι όπως τριγύρω κοίταζα γυρεύοντας βοήθεια, ανήμπορος να κινηθώ μπροστά ή να στραφώ και πάλι πίσω, κι απ' τη φευγάτη, εφήμερη ζωή με μιαν απύθμενη λαχτάρα γαντζωμένος: τότε ήλθε απ' τη γαλάζια έκταση -απ' τα ψηλά της παλαιάς ευδαιμονίας μου- ένα λυκόφως ρίγος˙ μεμιάς έσπασαν τα δεσμά της Γέννησης: οι αλυσίδες από φως. Η γήινη λαμπρότητα φτερούγισε μακριά κι ο θρήνος μου μαζί της -κι η θλίψη κύλησε ευθύς στο βάραθρο ενός καινούργιου κόσμου. Ω έκσταση της νύχτας, ήλθες από πάνω μου: γαλήνιος ύπνος του ουρανού -κι ο τόπος σηκώθηκε αργά˙ ψηλά, κρεμόταν ελεύθερο το νεογέννητο πνεύμα μου. Το ύψωμα έγινε ένα σύννεφο σκόνη -κι εντός του είδα καθαρή την όψη της Αγαπημένης. Στα μάτια της ησύχαζε το Αιώνιο -και κράτησα τα χέρια της σφιχτά μες στα δικά μου˙ τα δάκρυα σπίθισαν άρρηκτα δεσμά. Χιλιάδες χρόνια καταιγίδα σάρωναν χαμηλά, σε απόσταση. Και στον λαιμό της δάκρυζα χαρά τη νέα ζωή. Ηταν το πρώτο και το μοναδικό όνειρο -κι έκτοτε τρέφω ακλόνητη, αιώνια την πίστη μου στον ουρανό της νύχτας και στο φως του: την Αγαπημένη.

3/7/10

Κ.Π Καβάφης-Η Πόλις


Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.

24/6/10

Ξένος

Με κεφάλι σκυφτό
Τα βήματα μου σέρνω
Με συνοδοιπόρο την σιωπή
Και το σκοτάδι οδηγό

Προς το τέλος πηγαίνω
Πίσω δεν κοιτώ
Τι έχω κάνει δεν μπορώ να αντικρίσω
Τα όνειρα μου ερείπια
Τους έρωτες μου στάχτη
Τους δαίμονες συντρόφους
Την ζωή εχθρό


Προς το τέλος πηγαίνω
Μπροστά δεν κοιτώ
Το κτήνος στο τέλος του δρόμου με τρομάζει
Ειρωνικά κοιτάζει
Θοβαμαι θα με δικάσει
Και στο τέλος αδιάφορα
στην ετυμηγορία θα γράψει
“ένας ξένος ήταν, μια σκιά στο φως”

21/4/10

Να χαθώ

Θέλω να φύγω
Να χαθώ
Από αυτήν την αθλία φυλακή
Που είναι το σώμα μου να δραπετεύσω
Σαν άνεμος γρήγορος να πετάξω
Στις πιο αδιάβατες κορυφές να σκαρφαλώσω
Το πιο μοναχικό αστέρι του ουρανού να αγγίξω
Εσένα θα αναζητήσω
Και στο αυτί θα σου ψιθυρίσω
ότι δεν μπορούσε το σώμα να σου πει
Και η κάθε γλώσσα να εκφράσει

14/3/10

Χωρίς Έμπνευση

Σκέψεις κατακλύζουν ένα μυαλό
που δεν τους αποκρίνεται
κι έτσι γίνονται λέξεις στο ασήμαντο
χαρτί που όλο διαλύεται

Είναι μια σπαζοκεφαλιά
με προφανή τη λύση
αλλά όση θέληση έχει μείνει
η ακινησία την έχει τυλίξει

Τα στιχάκια μου έχουν χάσει
κάθε νόημα που είχαν
ή προσπάθησαν να βγάλουν

βάζοντας το σε μια φράση
που πάντα προϋπήρχε
μα δεν γράφτηκε ποτέ

7/3/10

Λίγα λεπτά

Μέσα στην τρέλα των ωρών
Μέσα στο χάος των ημερών
λίγα λεπτά σιωπής
λίγα λεπτά σκοταδιού
λίγα λεπτά κενού

κενό σκέψεων
κενό συναισθημάτων,
δίχως νόημα κανένα

λίγα λεπτά προς το μηδέν
από το μηδέν
λίγα λεπτά για εμένα
Χωρίς εμένα…

5/3/10

καταραμένε καθρέφτη
με την δυστυχία σου πάλι γιορτή έχεις
με την μιζέρια σου γελάς
και από την μοναξιά σου τρέφεσαι

Άθλιε υποκριτή
την δειλία σου με όμορφα λόγια την σκεπάζει
δάκρυα πολλά ρίχνεις
και για αδικία μιλάς..

23/2/10

Πρωινό Ξύπνημα

Ζωηρές ηλιαχτίδες ζεσταίνουν το πρόσωπο
κι ένα χαμόγελο ξεπηδάει απ' το αδιέξοδο
Η καρδιά ξυπνάει από το πρωινό αεράκι
Αναζωογονώντας τις αισθήσεις και τραγουδάει

Μικρά συννεφάκια πλέουν στον γαλάζιο ουρανό
που όμως ένα πρωινό σαν κι αυτό
είναι μόνο καϊκια στη θάλασσα που σεργιανάνε
χαράζοντας για λίγο την πορεία τους στα νερά

Η άνοιξη δεν έχει έρθει ακόμα κι όμως θα μπορούσε
όπως μαρτυρούν οι αμυγδαλιές στην απέναντι όχθη
κι όπως πετάνε τα πουλιά ελεύθερα στη φύση τους

Κι αν η βροχή κρατάει φυλακισμένο αυτό το όραμα
σαν αναδυόμενο όνειρο από το νου κι από την σκέψη
ένα τέτοιο πρωινό θα 'ρθει κι απαλά θα σε ξυπνήσει

6/2/10

Νύχτα στη σιωπή

Ακόμα μια νύχτα
Περιμένω
Ακόμα μια νύχτα
Να περάσει
Η καρδιά είναι γεμάτη
Νοσταλγία και αγάπη.

Πάλι ξημερώνει
Στην μονάξια
Η μέρα μπαίνει
Μελαγχολικά
Τα χέρια είναι άδεια
Ξερά κλαδιά στην σιγαλιά.

5/2/10

Κρύα βραδία

Είναι κρύα αύτη η βράδια
Για αυτούς που είναι ξεχασμένοι
Είναι κρύα αύτη η βράδια
Για αυτούς που δεν τους περιμένει μια ζεστή αγκαλιά
Είναι κρύα αύτη η βράδια
Για αυτούς που μονάχοι περπατάνε

Μα το κρύο δεν αργεί στο αίμα να εισχωρήσει
την άλλοτε ζεστή καρδία, πάγο να την κάνει
έτσι αύτη θα σταματήσει να χτύπα
μα θα μοιρολογά για τα δύο σου μάτια που την ζέσταναν
σαν δύο ήλιοι αρχοντικοί σαν δύο ήλιοι λαμπρή
όμως όχι πια γιατί το βλέμμα τους δεν την αγγίζει πια.

29/1/10

Κερκόπορτα

Καμία φόρα ίσως αδιάφορα να σου μιλώ
Αλλά είναι γιατί ακόμα της καρδίας την κερκόπορτα αναζητώ
Μου έχεις πει ότι μάταια προσπαθώ
Αλλά για την αγάπη σου ιερό πόλεμο θα ηγηθώ
Θα σκοτωθώ
Στην μέση του ωκεανού θα χαθώ
Θα βρεθώ
Μέχρι στης αγκαλιά σου την θαλπωρή να κοιμηθώ

10/1/10

Νάρκισσοι

Θα ‘θελα να κρυφτώ σε μια θάλασσα από νάρκισσους
Κι εκεί ανάμεσα στην ομορφιά τους και την υπεροπτική επίγνωσή της
Να χαθώ, να γίνω απαρατήρητη από τον κόσμο

Η καρδιά μου ζητά την ηρεμία, την ακινησία
Μα γύρω μου μια συνεχόμενη κίνηση προς το άπειρο
Όπως τα σύννεφα στον αδιάκοπο κύκλο τους στη φύση

Κι έτσι το μόνο που μου μένει είναι η προσμονή
Για να αντικρύσω το θαύμα της φύσης σ’ αυτά τα μπουμπούκια
Και το κίτρινο χρώμα τους να λάμψει στον ανοιξιάτικο ήλιο