2/10/09

Το χαμόγελο της Τζοκόντας


Το 1965 κυκλοφόρησε ο δίσκος του Μάνου Χατζιδάκι με τίτλο "Το χαμόγελο της Τζοκόντας".

Στο συνοδευτικό κείμενο ο συνθέτης αναφέρει τις μικρές ιστοριούλες, οι οποίες κρύβονται πίσω από κάθε κομμάτι. Η ιστορία αναφέρεται σε μια γυναίκα έρημη μες στη μεγάλη πόλη, κάθε τραγούδι είναι και ένας ξεχωριστός μονόλογης της. Έτσι, λοιπόν:

"Όταν έρχονται τα σύννεφα

Τα σύννεφα πυκνά πυκνά μαζεύονται κι απειλούν την ισορροπία μου σ' έναν αβέβαιο κόσμο. Ας μπορούσα να τα σταματήσω. Ας μπορούσα να διαφύγω μέσα από μια στενή λουρίδα ουρανού. Πού θα με πήγαινε και ποιον θα συναντούσα εκεί; Όμως τα σύννεφα έχουν μαυρίσει τον ορίζοντα, την πόλη, την καρδιά μου και κάθε ελπίδα έχει χαθεί. Τα σύννεφα είναι κατάρα κι απειλή. Τα σύννεφα με σκεπάζουν. Κι είναι σιωπή.

Κοντέσσα Εστερχάζυ

Απ' τ' ανοιχτό παράθυρό μου κοιτάζω τα σύννεφα και πέφτουν στάλλες - χωρίς να καταλάβω αν είν' από τα μάτια μου ή από τον ουρανό - στα λουλούδια που καλλιεργεί στο δικό της παράθυρο η κοντέσσα Εστερχάζυ, ακριβώς κάτω από το δικό μου δωμάτιο. Ο γιος της κοντέσσας, μαθητής, που διάβαζε στο παραθύρι, είδε τις στάλλες, γύρισε και με κοίταξε και μου χαμογελάει. Η κοντέσσα, έκλεισα βιαστικά το παράθυρο, το πήρε μέσα και του ' δειξε τα σκυθρωπά πορτραίτα των προγόνων του θυμίζοντάς του, πως ποτέ ένας Εστερχάζυ δεν χαμογελάει στον ουρανό.

Η Παρθένα της γειτονιάς μου

Την ίδια ώρα οι γείτονες, περίεργοι, έκπληκτοι και βιαστικοί, μαζευόντουσαν στην εκκλησία να δουν το θαύμα που από στόμα σε στόμα είχε μαθευτεί. Η Παναγιά κλαίει. Τρέχω κι εγώ, μ' από τον κόσμο δεν μπορώ να μπω. Όλοι μιλούν με φόβο και με περιέργεια για το θαύμα. Είναι η μοναδική Παναγιά της πολιτείας που κλαίει, κι είναι πολύ για τη μικρή κι ασήμαντη γειτονιά μας. Παρακαλώ για να μ' αφήσουνε να μπω, θέλω να δω, με σπρώχνουν, με πατούν, πονώ, ίσαμε που άρχισα να κλαίω κι εγώ. Μα ξαφνικά σαν μ' είδανε να κλαίω, όλοι τους γύρω μου φτιάξανε κύκλο και σιγά σιγά απομακρυνόντουσαν από κοντά μου ταραγμένοι αφήνοντάς με μόνη στο κέντρο ενός κύκλου που ολοένα μεγάλωνε, κι εγώ να κλαίω να κλαίω και να γίνομαι ένα μικρό σημάδι της πλατείας, ενώ αυτοί να φεύγουν και να χάνονται στους γύρω δρόμους ψελλίζοντας : Η Παναγιά που κλαίει.

Βροχή

Τότες με είδε ο ουρανός κι έκλαψε κι αυτός. Μια καταιγίδα ξέσπασε κραυγάζοντας κι ενώθηκε με τις κραυγές και τις δικές μου και του καθενός που βρέθηκε σ' αυτή την πόλη μοναχός. Ίσαμε που ένα σφύριγμα σκίζει την πολιτεία στα δυο και ξεψυχάει στα πόδια μου, αφήνοντας να διαφανεί ο παλιός ήχος από ένα τσέμπαλο, που μες στη νύχτα με οδήγησε στο εσωτερικό ενός σιωπηλού σπιτιού - ενός σπιτιού που κατοικέι η μητέρα μου.

Προσωπογραφία της μητέρας μου

Η μητέρα μου είναι γλυκιά και τρυφερή και μ' αγαπάει. Θα 'θελε να 'χε σταματήσει ο χρόνος εκείνη τη στιγμή που μ' έχει αντίκρυ της και με κοιτάζει. Γνωρίζω εκείνη τη στιγμή καλά, μα δεν μπορώ ούτε μπορεί να τηνε σταματήσει. Κι έτσι θα μείνει πάντα στη μνήμη μας, ευγενικιά και τρυφερή να καρτεράει μια δυο στιγμές που πέρασαν, μια δυο στιγμές που έζησα μοναδικά για κείνη.

Το κονσέρτο

Βρίσκομαι σε μιαν αίθουσα συναυλιών. Παίζουν Βιβάλντι και με το πρώτο θέμα βλέπω το κάθισμα πλάι μου αδειανό. Αρχίζω να σε φτιάχνω με τη φαντασία μου και να σε βλέπω πλάι μου ν' ακούς μαζί μου μουσική. Όμως έρχεται πάλι το πρώτο θέμα και μου δείχνει το κάθισμά σου αδεινό. Σε ξαναφτιάχνω με αγωνία και για να μη μου φύγεις πιάνω το χέρι σου και στο κρατώ μες στο δικό μου, ίσαμε που 'ρχεται ξανά το πρώτο θέμα κι αφήνει άδειο το κάθισμά σου. Χαϊδεύω τ' άδειο κάθισμα που 'ναι ζεστό από το κορμί σου, αρχίζω πάλι πλάι μου να νιώθω την αναπνοή σου, αλλά το πρώτο θέμα οριστικά, τυραννικά κι απελπισμένα μου φανερώνει την αλήθεια. Εγώ είμαι μόνη, το κάθισμα άδειο κι εσύ δεν υπάρχεις.

Ο κ. Νολλ

Βγαίνοντας με πλησιάζει ένα ξανθό νέο παιδί. Όλοι από γύρω μας εξαφανίστηκαν και μείναμε μόνοι οι δυο, κι αυτός να με κοιτάζει λίγο θλιμμένα και λίγο ειρωνικά. Μου λέγει: "Είμαι μια περίπτωση νέου, που θα 'θελε να σας γνωρίσει". Του απαντώ πως είμαι ολομόναχη και πως δεν είμαι έτοιμη να τον δεχτώ. Κι ήθελα τόσο πολύ - μα δεν τολμούσα. Εκείνος μου χαμογέλασε, είπε "Κρίμα" και μ' άφησε στα χέρια μου μια κάρτα του, μα ώσπου να δω τι έγραφε, είχε εξαφανιστεί. Η κάρτα είχε τυπωμένες δύο μόνο λέξεις: Νολλ, ο θάνατος.

Οι δολοφόνοι

Αυτόματα γύρω μου αστράψανε φώτα πράσινα, κόκκινα, πορτοκαλιά, ο κόσμος πηγαινοερχόταν, μου ρίχνανε ματιές που με κορόιδευαν, μου τρύπαγαν τα σωθικά, με τις φωνές τους πρόστυχες σκίζαν τα ρούχα μου, περνούσανε βελόνες στο κορμί μου, έτρεχα να γλυτώσω, μα από παντού ξεφύτρωναν οι δολοφόνοι.

Βραδινή επιστροφή

Τέλος βρέθηκα στην απομακρυσμένη γειτονιά μου, σκισμένη, ματωμένη και τσακισμένη, χωρίς ζωή, να περπατώ στον έρημο μα γνώριμό μου δρόμο, μ' όλα τα σπίτια σιωπηλά, να με κοιτάζουν εχθρικά να προσπερνώ, θλιμένη αβάσταχτα, γιατί δεν εστάματησα τη στιγμή που θέλησε η μετέρα μου, γιατί δεν είπα ναι στιν κ. Νολλ, γιατί δεν άφησα να μ' αφανίσουν οι δολοφόνοι. Τώρα ένας έναστρος μα παγωμένος ουρανός με συνθλίβει και με κάμει να τρέχω σούρνοντας τα βήματά μου προς το σπίτι μου.

Χορός με τη σκιά μου

Σαν μπήκα σπίτι μου άρχισα να χορεύω. Ο ήχος μιας μπάντας με παρασύρει. Σκίζω τον τοίχο, βρίσκομαι στους δρόμους, χρωματισμένους εφιαλτικά, κι οι μπάντες να χτυπάνε τους ρυθμούς ξέφρενα, ενώ 'γω χάνομαι μες στο χρόνο, μόνη, έρημη, αινιγματική, μεσ' από 'κει που ήρθα, αφήνοντας πίσω μου ένα χαμόγελο παντοτινό στη μνήμη των ανθρώπων. Γιατί ποτέ κανείς δε θα γνωρίσει, αν ήρθα, αν έφυγα κι αν πράγματι υπήρξα κα΄ποτε τυχαία ανάμεσά τους.